Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016

ΖΗΤΕΊΤΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΑ !!!!



Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δεν σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα.
Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα. Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή. Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε.
Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δεν φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι· σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο. Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση. Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια τής γριούλας, δεν μίλησε.

Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθησε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό. Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε. Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου». Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της.

Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι δεξιοί», απάντησε η φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους». «Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». «Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν να αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δεν θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση.

Αλλος ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, να αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης.

Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ νΌ απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα».

Στην επόμενη στάση ένα παληκάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσική. Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουργια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα. Το παληκάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, είπε, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη.

Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία. Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε: Όχι, μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ».

(Από την Ξένια Σώντερς) 

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2016

Εκείνοι που ξέρουν ν' αγγίζουν την ψυχή σου


Είναι εκείνοι που η ζωή τους αδίκησε από νωρίς 
Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που συναντάς στη ζωή σου και ξέρεις πως διαφέρουν από τους υπόλοιπους. 
Όχι πολλές φορές, ούτε πολύ συχνά, μα όταν τους συναντάς το καταλαβαίνεις αμέσως.
Είναι εκείνοι που η ζωή τους αδίκησε από νωρίς. Εκείνοι που ο μεγάλος πόνος και η απώλεια τους άγγιξε πριν καν να είναι σε θέση να το αντέξουν. Εκείνοι που έχασαν τα πάντα κάποια στιγμή, σε ένα γύρισμα της μοίρας. 
Τους καταλαβαίνεις από το βλέμμα. Είναι βαθύ και φωτεινό. Γεμάτο αγάπη και αποδοχή. Ήρεμο και ακτινοβόλο. Θαρρείς πως όλο το πρόσωπό τους λάμπει μέσα σ αυτό.
Δε φοβούνται να σε κοιτάξουν στα μάτια. Αντίθετα, το επιδιώκουν. 
Ξέρουν ότι εκεί θα δουν όλη την αλήθεια σου. Και σε δέχονται όπως είσαι. Γιατί εκείνοι ξέρουν ότι τίποτα πιο ιερό από την ύπαρξη δεν υπάρχει σ αυτή τη ζωή. Σέβονται τα όρια και τους περιορισμούς σου. Κατανοούν.
Και δε χρειάζεται να κάνουν τίποτα άλλο παρά να σε κοιτάξουν μ' εκείνο το δικό τους, μοναδικό τους βλέμμα. 
Τα μάτια τους είναι πάντα λαμπερά. Κι ας είναι μαύρα ή καστανά. Έχουν μια λάμψη, το φως που τους έδωσε η δύναμή τους. Η δύναμη που απέκτησαν τότε που η ζωή δεν τους σεβάστηκε. Όμως, τη σεβάστηκαν αυτοί. Την αγκάλιασαν με αγάπη και έδωσαν όλο τους το είναι για να την καλοπιάσουν και να την αλλάξουν.
Έτσι αγκαλιάζουν τώρα κι εσένα. Με τον ίδιο σεβασμό και την ίδια αγάπη. Γιατί αναγνωρίζουν σε σένα ένα κομμάτι του πονεμένου εαυτού τους. Κι αυτοί ξέρουν πώς να φροντίζουν τους πονεμένους.
Τους καταλαβαίνεις κι από το χαμόγελο. Πλατύ, καθαρό, ορίζει τις γραμμές όλου του προσώπου. Αν βρίσκεσαι στον ίδιο χώρο μαζί τους, αποκλείεται να μη σου τραβήξει το βλέμμα το χαμόγελό τους. Παράξενα όμορφο, θαρρείς μαγικό... Από εκείνα που δε θες να σβήσουν ποτέ.
Σα να το κάνουν επίτηδες για να σε αιχμαλωτίσουν και να μη θελήσεις ποτέ να τους πικράνεις. Είναι το όπλο τους; Η άμυνά τους; Το τέχνασμα που έχουν βρει για να τους αγαπάς; Ισως... 
Σ' αγγίζουν πολύ, παίζουν με τις μπούκλες σου ενώ πίνουν καφέ το σούρουπο δίπλα στη θάλασσα, αγγίζουν το χέρι σου ενώ οδηγούν, σ' αγκαλιάζουν σφιχτά το βράδυ κι ας έχει ζέστη, σε σκουντάνε παιχνιδιάρικα με τον ώμο τους καθώς μιλούν στο τηλέφωνο για δουλειά. 
Δεν αφήνουν καμία στιγμή να πάει χαμένη. Ζουν στο τώρα, ρουφάνε κάθε σταγόνα ζωής. Κολυμπάνε για ώρες, μέχρι να γίνουν ένα με τη θάλασσα. Ξαπλώνουν στο γρασίδι μέχρι να γίνουν ένα με το χώμα. Ενώνονται με τη φύση γιατί ξέρουν ότι είναι κομμάτι τους. Της ανήκουν και τους ανήκει. 
Σέβονται τη ζωή μα δεν την παίρνουν ποτέ στα σοβαρά. Γιαυτό και είναι δύσκολο να πεις την ηλικία τους αφού μοιάζουν με ζωηρά παιδιά σε σώμα υπεύθυνου ενήλικα. Είναι πανέμορφοι...μα ίσως πάλι και να μην είναι. Ισως η ομορφιά της ψυχής τους να αντανακλά στην εμφάνιση και μοιάζουν τόσο όμορφοι. Και πάντα, μα πάντα σε κάνουν να γελάς. 
Είναι αυτοί που δε θα σε πονέσουν ποτέ. Για κανέναν λόγο. Κι αν αναγκαστούν να το κάνουν, θα διαλέξουν τον πιο απαλό τρόπο για ν' αγγίξουν το συναίσθημά σου, γιατί ξέρουν πως ο πόνος είναι δύσκολο πράγμα. Ξέρουν όμως πως είναι και κομμάτι της ζωής γιαυτό δεν τον φοβούνται πια. Τον αποδέχονται και τον αγκαλιάζουν μέχρι να τον ξεπεράσουν. 
Γιαυτό, αν σταθείς τόσο τυχερός και συναντήσεις έναν τέτοιο άνθρωπο, κάνε την τιμή στον εαυτό σου να τον βάλεις στη ζωή σου. Μάθε από αυτόν να εκτιμάς την ομορφιά της ζωής και το δώρο της ύπαρξης. Σεβάσου τον αγώνα του κι ας μη σου το ζητήσει.

Κι αγάπα τον...








Πηγή: ilov.gr

Με τέτοιους γονείς αυτό το Γένος δεν ξεριζώνεται με καμιά ανθρώπινη δύναμη.

Με τέτοιους γονείς αυτό το Γένος δεν ξεριζώνεται με καμιά ανθρώπινη δύναμη. 

ΙΣΤΟΡΊΑ ΠΡΩΤΗ:

- Γιατρέ μου, πόσο κοστίζουν τα φάρμακα που μου γράφεις;
- Φτηνά είναι μπάρμπα-Γιώργη.
- Αχ! Να 'σαι καλά, γιατί έμεινα με ένα εικοσάρικο όλο κι όλο.

- Γιατί βρε μπάρμπα-Γιώργη; Εγώ βλέπω ότι είσαι συνταξιούχος του ΙΚΑ. Πόση σύνταξη παίρνεις;

- Έπαιρνα πολύ καλή σύνταξη. Γύρω στα 800 ευρώ. Όπως ξέρεις όμως μας έχουνε κόψει αρκετά,και τώρα μου δίνουνε περίπου 650.

- Καλά, και δεν σου φτάνουνε 650 ευρώ; Το σπίτι στο χωριό είναι δικό σας, ο μπαξές μπροστά σας πάντα γεμάτος, κι απ' ότι γνωρίζω εσύ και η κυρά Δέσποινα είστε μονάχα.

- Έτσι όπως τα λες είναι γιατρέ μου, αλλά.

- Τί αλλά χρυσέ μου άνθρωπε; Τί σας συμβαίνει;

- Άκουσε γιατρέ: Εδώ και ενάμισι χρόνο ο γιός μου είναι άνεργος. Η γυναίκα του το ίδιο . Μου λένε: "Πατέρα δεν αντέχουμε άλλο αυτή την κατάσταση. Έχουμε μείνει άφραγκοι. Τα παιδιά μας τα κόψαμε από τα Αγγλικά. Τα ρούχα τους μικραίνουμε και δεν μπορούμε να τους πάρουμε καινούργια. Στο σχολείο δεν έχουμε να τους δώσουμε ούτε πεντάρα! Αποφασίσαμε λοιπόν να φύγουμε για δουλειά στη Γερμανία".

Από τότε, καλέ μου γιατρέ, κάθε μήνα η σύνταξή μου ολόκληρη πάει κατευθείαν για τις ανάγκες των παιδιών. Να αφήσω τα παιδιά μου να πεινάνε; Και να τα δω να φεύγουνε για τα ξένα; Αδύνατον!


Εγώ και η γριά όπως-όπως θα τα καταφέρουμε. Να είναι καλά ο μπαξές μας, οι τραχανάδες και τα χρυσά χεράκια της κυρα-Δέσποινας. Καταλαβαίνεις τώρα γιατί αραίωσαν οι επισκέψεις μας σε σένα, γιατί σε ρωτάω με αγωνία για το κόστος των φαρμάκων, γιατί εξαφανίστηκα από το καφενείο του χωριού; Καταλαβαίνεις τώρα γιατί το ζάχαρό μου τρελάθηκε τελευταία, και η βουβωνοκήλη, που μου είπες να την χειρουργήσω, έχει γίνει διπλάσια ; Με ζυμαρικά και πατάτες, γιατρέ μου, ρεγουλάρεται το ζάχαρο; Και με τί λεφτά να ξεκινήσω για το νοσοκομείο;

Τα παιδιά μου όμως να είναι καλά και τα εγγόνια μου. Εμείς το ψωμί μας το φάγαμε. Χαλάλι τους η σύνταξή μου ολόκληρη.



ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ
(Σκηνικό)

Η κλινική εξέταση έχει ολοκληρωθεί. Ασθενής και γιατρός κάθονται ο ένας απέναντι στον άλλον, και ανάμεσά τους ένα γραφείο γεμάτο από αναρίθμητα κουτιά φαρμάκων και σκορπισμένες παλιές εξετάσεις μέσα σε ξεσκισμένους και βρώμικους από την πολυχρησία φακέλους.

- Παράσχο , έχω την εντύπωση ότι δεν παίρνεις τα φάρμακά σου κανονικά . Εσύ κιλά δεν έβαλες, και αλμυρά απ' όσο ξέρω δεν τρως. Η δύσπνοια, που διαμαρτύρεσαι ότι σε βασανίζει τους τελευταίους δυο μήνες, δεν ερμηνεύεται αλλιώτικα παρά μονάχα με την παραμέληση της θεραπείας.

Με τόσες αρρώστιες που κουβαλάς δεν καταλαβαίνεις ότι πετώντας στην άκρη τα φάρμακα βάζεις σε κίνδυνο την ζωή σου; Ξεχνάς τι πέρασες με την καρδιά σου; Ή μήπως δεν είσαι εσύ με το δύσκολο ζάχαρο, με την ινσουλίνη, με το παλιό εγκεφαλικό, με το μπάϊ πας, με τα δυο πνευμονικά οιδήματα!

Παράσχο, σε παρακαλώ σύνελθε. Τα φάρμακά σου είναι πράγματι πολλά. Τα έχεις βαρεθεί τόσα χρόνια. Δεν είναι όμως αυτός λόγος για να τα παρατήσεις.

Ο Παράσχος, με σκυμμένο το κεφάλι, φέρνει τις δυο του παλάμες στο πρόσωπο και βάζει αμέσως τα κλάματα! Τα δάκρυά του ξεχειλίζουν από τα δάχτυλα των χεριών του, μουσκεύουν τα μάγουλα και στάζουνε πάνω στα γόνατά του. Κλάμα με αναφιλητά. Κάποια στιγμή συμμαζεύοντας όλο του το κουράγιο, σκουπίζει τα μάτια του, καθαρίζει το βλέμμα το , και με φωνή σταθερή λέει στον γιατρό.

- Γιατρέ μου, όπως ξέρεις, ως πρώην πυροσβέστης παίρνω σύνταξη καλή. 1050 ευρώ τον μήνα. Για μένα και την γυναίκα μου, μέχρι τώρα, μας έφταναν και μας περίσσευαν. Ας όψεται όμως η κρίσις: Όπως σου έχω πει, έχω μια κόρη και έναν γιό. Η κόρη μου είναι χωρισμένη, εδώ και δυο χρόνια, με ένα παιδί και χωρίς δουλειά. Και ο γιος μου άνεργος κι αυτός επί ενάμισι χρόνο, και η γυναίκα του το ίδιο, και με δυο παιδιά στην πλάτη τους!

Άντε πες μου εσύ τώρα γιατρέ μου, τι να κάνω; Τις αρρώστιες μου να δω ή τα παιδιά μου; Τα φάρμακά μου να αγοράσω πρώτα ή το ψωμί των εγγονών μου; Να αφήσω τα παιδιά μου να παγώνουνε μέσα στον χειμώνα, και να προτιμήσω την δική μου ζεστασιά; Να μην έχουνε να φάνε ούτε ένα φρούτο τα εγγονάκια μου, και εγώ να έχω το στομάχι μου γεμάτο;

Αυτό δεν γίνεται γιατρέ μου. Δεν γίνεται! Η καρδιά μου δεν το βαστάει. Έτσι η γυναίκα μου η κυρά Δάφνη και εγώ πήραμε την απόφαση, εδώ και δυο χρόνια περίπου, και μοιραζόμαστε την σύνταξη με τα παιδιά μας. Κάθε τέλος του μηνός χωρίζουμε την σύνταξη στα τρία. Πόσο κάνει 1050 ευρώ δια του τρία; 350! Έ, λοιπόν παίρνουμε τρεις οικογένειες από 350 ευρώ η κάθε μια και ξεκινάμε να περάσουμε τον μήνα μας.

Τι να πρωτοπληρώσω γιατρέ μου με 350 ευρώ; Τους λογαριασμούς της ΔΕΗ και του ΟΤΕ ή τα πάμπερς της κυρα-Δάφνης; Το σούπερ μάρκετ ή κανα-χαρτζιλίκι για τα μικρά; Ευτυχώς που μένουμε στο χωριό, και σε σπίτι δικό μας, και μπορώ ακόμα και τα καταφέρνω με το μπαξεδάκι μας.

Τα φάρμακα, όπως καταλαβαίνεις, αναγκαστικά έρχονται τελευταία. Κι ας είναι από τα απαραίτητα για την υγεία μας. Πάνω απ' όλα τα παιδιά μας γιατρέ μου. Έτσι μάθαμε από τους γονείς μας, έτσι κάνουμε. Κι ο Θεός ας βάλλει το χέρι Του.

 Με τέτοιους γονείς αυτό το Γένος δεν ξεριζώνεται με καμιά ανθρώπινη δύναμη.

Με τέτοια ζωντανά παραδείγματα θυσίας και αυταπάρνησης δεν πρόκειται να χαθεί ούτε στάλα από την αργόσυρτη πορεία της ιστορικής μας συνέχειας! Και ας λένε οι "εταίροι" μας ότι στην Ελλάδα θα χαθούνε δύο με τρεις γενιές. Μπορεί ίσως να χαθούνε τα πορτοφόλια μας τα χοντρά. Οι καρδιές μας όμως όχι!


http://synodoiporia.blogspot.gr

Κόλαση και Παράδεισος

Η υπέροχη ιστορία του Ίρβιν Γιάλομ σε ένα καταπληκτικό βίντεο Animation.

Πρόκειται για μια διδακτική πανάρχαια ιστορία - που μεταφέρει στο βιβλίο του "η μάνα και το νόημα της ζωής" ο Ψυχίατρος και συγγραφέας Ίρβιν Γιάλομ - οπτικοποιημένη σε ένα υπέροχο βίντεο animation.

Δείτε το βίντεο και διαβάστε παρακάτω το νόημα της ιστορίας.


"θα σου δείξω την κόλαση" είπε ο Κύριος σ' έναν Ραβίνο και τον οδήγησε σ' ένα δωμάτιο που είχε στη μέση ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι. Οι άνθρωποι που κάθονταν γύρω από το τραπέζι ήταν πεινασμένοι και απελπισμένοι. Στη μέση του τραπεζιού βρισκόταν ένα τεράστιο καζάνι με νόστιμο φαγητό που μύριζε καταπληκτικά, ώστε το στόμα του Ραβίνου γέμισε σάλιο.

Όσοι κάθονταν στο τραπέζι κρατούσαν από ένα κουτάλι με πολύ μακρύ χέρι. Παρ' όλο που τα κουτάλια έφταναν ίσα - ίσα το καζάνι, τα χερούλια τους ήταν πιο μακριά από τα μπράτσα των ανθρώπων που τα κρατούσαν: έτσι κανένας τους δε μπορούσε να φάει γιατί του ήταν αδύνατον να φέρει το φαγητό ως τα χείλη του. Ο Ραβίνος είδε ότι η δυστυχία τους ήταν πραγματικά τρομερή. 



"Τώρα θα σου δείξω τον Παράδεισο" είπε ο Κύριος, και μπήκαν σε ένα άλλο δωμάτιο ακριβώς το ίδιο όπως το πρώτο. Κι εκεί υπήρχε το ίδιο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι, το ίδιο καζάνι με φαγητό.
Οι άνθρωποι εδώ, όπως και οι προηγούμενοι, κρατούσαν τα ίδια κουτάλια με μακριά χερούλια - εδώ όμως όλοι ήταν καλοφαγωμένοι και παχουλοί, γελούσαν και συζητούσαν.

Ο Ραβίνος δεν καταλάβαινε

"Είναι απλό, αλλά απαιτεί μια συγκεκριμένη ικανότητα" είπε ο Κύριος.

"Σ' αυτό το δωμάτιο, βλέπεις, έμαθαν να ταΐζουν ο ένας τον άλλον"









http://www.dinfo.gr

Δεν ήμουν...


Θα σε πετύχω τυχαία στο δρόμο. Καλησπέρα, τί κάνεις; Όλα καλά; Σκατά, τα ίδια, αντέχουμε. Θα περπατήσουμε μαζί.
Δεν ήμουν φτιαγμένος για αυτό, θα πεις.
Δεν ήμουν φτιαγμένος να έρθω εδώ, να περπατήσω αυτούς τους δρόμους, να κοιτάξω αυτά τα πρόσωπα, να ζήσω αυτές τις μέρες.
Δεν ήμουν φτιαγμένος να φοβάμαι μέσα στο τρένο, να απελπίζομαι στις κεντρικές λεωφόρους, να ελίσσομαι ανάμεσα στα πτώματα, να αποφεύγω τα απλωμένα χέρια, να παρατηρώ τα παραιτημένα πόδια.
Δεν ήμουν φτιαγμένος να ζήσω αυτά τα χρόνια, αυτές τις ουρές, αυτά τις αγωνίες, αυτές τις φτώχειες.
Δεν ήμουν φτιαγμένος για αυτό, θα πεις και θα σκέφτεσαι τις φωτογραφίες κάποιων διακοπών, τότε που ήμαστε όλοι είκοσι και τίποτα δεν μπορούσε να πάει στραβά. Τίποτα δεν έμπαινε ανάμεσα στον εαυτό και την επιθυμία.
Θα πεις. Ήμουν φτιαγμένος για εκείνη την μακρινή παραλία με την παράταιρη καντίνα, τις παγωμένες μπύρες και την πίτα κάτω απ’ το αρμυρίκι. Για αυτοσχέδιες συναυλίες, μυστήριες γυναίκες, σπιτικά ποτά, αγέραστα καφενεία και νυχτερινές μπάρες. Ήμουν φτιαγμένος για πρωινές βόλτες και σακούλες γεμάτες βιβλία. Για βραδινά μπάνια και κοφτές ντρίπλες.
Οι ώμοι μου ήταν φτιαγμένοι για ένα σακίδιο που θα ξυπνούσε στη μία μεριά του κόσμου και θα κοιμόταν στην άλλη. Τα δάχτυλά μου ήταν φτιαγμένα για να γράφω εξυπνακίστικες ιστορίες και εντυπώσεις από απερίγραπτα τοπία. Το στόμα μου ήταν φτιαγμένο για να γελάει με φριχτά ανέκδοτα και να πίνει (άλλο) ένα τελευταίο κονιάκ και να φιλάει εξωτικούς λαιμούς, ξαπλωμένα χέρια και σεντονένια πόδια.
Ήμουν φτιαγμένος να γνωρίσω τη δυστυχία του κόσμου ως μυθιστόρημα, κακιά ανάμνηση, μελαγχολική ταινία και δυσπρόφερτο πετίσιον.
Τώρα κάνω βόλτες σε έρημους δρόμους πνιγμένους απ’ τα εκατοντάδες ενοικιάζεται. Γράμματα στοιβάζονται σε εισόδους, ζητιάνοι και πρεζάκια στοιβάζονται σε πεζοδρόμια, άνεργοι στοιβάζονται σε βιογραφικά, μετανάστες στοιβάζονται σε στρατόπεδα.
Δεν ήμαστε φτιαγμένοι για να βαδίζουμε ατρόμητοι καταπάνω σε όλα τα ζόρια – λογαριασμοί, απολύσεις, ερημιές, μπάτσοι, φασίστες, βιβλιάρια υγείας. Εμείς υπολογίζαμε ότι θα κλαίγαμε μόνο από έρωτα και εθιμοτυπικά, σε μεγάλες αθλητικές νίκες και επετείους. Άντε πότε πότε κι ένας θάνατος. Εμείς υπολογίζαμε ότι θα διαβάζαμε τους θεωρητικούς για λόγους κουλτούρας και ότι θα τα βάζαμε με την υπερκατανάλωση, την αλλοτρίωση και άλλες έννοιες απ’ τις εκθέσεις ιδεών.
Δεν περιμέναμε ότι πρέπει να βγάλουμε φωτιά απ’ τις λέξεις, ότι πρέπει να περπατήσουμε ξανά μαζί σε χαμένες απεργίες, ότι πρέπει να ηττηθούμε όπως οι άλλοι, αυτοί που κάποτε θαυμάζαμε. Δεν περιμέναμε ότι η ζωή θα μας ζητήσει το λόγο.
Και τώρα, μείναμε να περπατάμε ανάμεσα στα λυσσασμένα για αίμα θύματα . Ο χαλασμός παντού γύρω. Ίσως κάναμε λάθος, ίσως ήμαστε αφελείς, ίσως συνοψίσαμε το όνειρο σε ότι χωρούσε στην αγοραστική μας δύναμη.
Δεν ήμαστε φτιαγμένοι για αυτό, θα σου πω.
Ύστερα, θα κοιτάξουμε τριγύρω, τους δρόμους που περπατήσαμε. Την Καραγιώργη Σερβίας, την Αιόλου, την Αθηνάς απ’ την Ομόνοια ως την Πλάκα. Περιφερόμενοι μετανάστες, μικρομάγαζα, βιοτεχνίες, παπατζήδες, διάσημα εμπορικά καταστήματα, ξεχασμένες κόκκινες σημαίες, πρεζάκια στην Κλαυθμώνος, στένσιλ “welcome to the dark side”, δυο τρία μπαράκια που κάποτε παραήπιες, το τμήμα στην κάθετη της Κολολοτρώνη – περνάς και φτύνει πάντα – , η πλατεία Συντάγματος γεμάτη κόσμο μπερδεμένο, μαλόξ στα μάτια στην Πανεπιστημίου, Δεκέμβριος 2008 καθισμένος στην άσφαλτο – δίπλα σου περνάει ένας και στο πλακάτ η Κούνεβα, την άλλη την πιάνουν ξαφνικά τα κλάματα – βόλτες στη Σωκράτους να δεις με τα ίδια σου τα μάτια, οι μαύρες σου μαυρίζουν την ψυχή, ένοχος γιατί μόλις βγήκες από το πάλαι ποτέ «σόουλ», πεταχτά φιλιά, μια γριά με αίματα και μάσκα σε κάποια διαδήλωση, το μεταξουργείο καθημερινή πρωί, μια ρακή στο Γιλμάζ στα Εξάρχεια, το παρκάκι απέναντι καθώς φτιαχνόταν, τα σουβλάκια των Κούρδων στην Κάνιγγος, ένας Πακιστανός που σου λέει ευχαριστώ σαν τρελός για ένα δίευρω. Κοιτάξαμε την πόλη μας, τους δρόμους που περπατήσαμε.
Θα γυρίσεις με ένα θυμό, όλο χαμόγελο, και το τσιγάρο στο στόμα και θα μου πεις, μη φοβάσαι ρε. Από δω και πέρα, δεν είμαστε φτιαγμένοι για να μας παγώνει ο φόβος. Από δω και πέρα είμαστε φτιαγμένοι για να ζήσουμε.







ΠΗΓΗ: TOVYTIO.WORDPRESS.COM

Ο παπάς του ’40

Ο παπάς του ’40
Διήγηση 28ης Οκτωβρίου.
Ένας  θυμάται για την άγια μορφή και την θυσία του  Αρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου Τσοκώνα:
« Πωγωνίου...1940.
 Στις 11 περνάνε αεροπλάνα (ιταλικά φυσικά) και βομβαρδίζουν σαν δαίμονες πάνω απ' τα κεφάλια μας. Οι βόμβες λυσσάνε, μα πέφτουν πιο πέρα μες στη χαράδρα. Τη νύχτα, ενώ κοιμόμαστε σε μια μικρή εκκλησιά, ήρθαν μέσα κάτι στρατιώτες και στριμωχτήκανε κοντά μας. Έβρεχε ο Θεός, ο ύπνος ήρθε γρήγορα κι όλη νύχτα νιώθαμε ζεστασιά. Την αυγή που ξυπνάμε βλέπουμε να μπαίνει μέσα ένας νέος παπάς, μούσκεμα από την βροχή. Απορούμε και μαθαίνουμε κάτι το πρωτάκουστο. Ο παπάς είχε έρθει με τους άλλους στρατιώτες και βλέποντας τόσους σε ένα πολύ στενό χώρο, για να μην ενοχλήσει κανέναν, προτίμησε να μείνει ολονυχτίς έξω από το εκκλησάκι, χωρίς αντίσκηνο. Μόλις τον βλέπουμε σ' αυτή την κατάσταση, σηκωνόμαστε όλοι ορθοί και σκύβουμε μπροστά του.

Εκείνος κάνει το σταυρό του, μάς καλημερίζει, ανάβει ένα κερί και προσεύχεται μπροστά στην εικόνα του Χριστού για την ειρήνη του κόσμου και την αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους. Τον νιώθουμε σαν Χριστό και τον βάνουμε για πάντα στα κατάβαθα της ψυχής μας. Μετά που βγήκαμε, τραβάει μερικό στρατιώτες για το χωριό Περιστέρι, χωρίς να φτάσει όμως ποτέ. Μια εχθρική βόμβα τον βρίσκει στο δρόμο και τον ρίχνει κάτω νεκρό. Ήταν ο πιο άγιος παπάς κι άνθρωπος που απάντησα στη στράτα της ζωής μου».

Από το βιβλίο «Η Εκκλησία στα χαρακώματα, μαρτυρίες πίστης και θάρρους»




http://www.vimaorthodoxias.gr

Μανωλάκης: «Περιμένω να μου χαρίσει ο Θεός ένα ζευγάρι παπούτσια..»













Τέλος Νοέμβρη θα ήτανε…Εκείνη τη χρονιά τα κρύα είχαν αρχίσει από νωρίς. Οι άνθρωποι είχαν μαζευτεί στα σπίτια του, ο,τι είχε ο καθένας. Όποιος δεν είχε μαζευόταν στους δρόμους, καλή ώρα. Οι βιτρίνες από καιρό στον δικό τους κόσμο. Λες και ζούσαν σ άλλη εποχή, με άλλους ανθρώπους. Ενδεχομένως πιο καλή.


Ο μικρός διαβάτης είχε κολλήσει τη μύτη του σε μια βιτρίνα. Αυτή καμάρωνε για τα λούσα της. Παπούτσια όλων των ειδών. Όπως έπεφταν επάνω τους τα χρωματιστά φώτα έφτανε ν απλώσεις τα χέρια σου και να τα πάρεις. Ο μικρός μας ούτε καν που το σκεφτόταν. Τα χέρια του ήταν κοκαλωμένα από το κρύο και δεν έβγαιναν εύκολα από τις τσέπες.

«Τι κάνεις εδώ;» τον ρώτησε μια καλοβαλμένη ψηλή γυναίκα.
Σήκωσε τα μάτια του και έκανε κάμποση ώρα μέχρι να φτάσει τα μάτια της. Πέρασε πρώτα από τα ακριβά της ρούχα, την τσάντα, τα βραχιόλια το κολιέ και κατέληξε στα μεγάλα της μάτια που τον κοιτούσαν ίσαμε την ψυχή του.
Ξανακολλά το πρόσωπο του στη βιτρίνα και λέει

«Περιμένω να μου χαρίσει ο Θεός ένα ζευγάρι παπούτσια..»
Δίχως δεύτερη σκέψη η γυναίκα παίρνει τον μικρό απο το χέρι και μπαίνουν στο κατάστημα. Κάθεται εκείνος στον μικρό καναπέ και κάποια πωλήτρια πλησιάζει και του καθαρίζει τα πόδια. Ύστερα του φοράει ένα ζευγάρι καινούργιες κάλτσες και πάνω απο αυτές εκείνο το ζευγάρι παπούτσια που ζήλευε τόσην ώρα.
Βγήκαν απο το κατάστημα. Η γυναίκα έσκυψε και φίλησε το μικρό τρυφερά στο μέτωπο.
«Να προσέχεις» του είπε και έκανε να φύγει
«Συγνώμη…» είπε ο μικρός που δεν είχε συνέρθει ακόμα απο την έκπληξη
«Ναι;» κοντοσθάθηκε η γυναίκα
«Μήπως είστε η σύζυγος του Θεού;» ρώτησε εκείνος και έμεινε αρκετή ώρα με τη χαρά μπερδεμένη με απορία και ευγνωμοσύνη.





πηγη vimaorthodoxias.gr